Καλοκαίρι. Ο Ήλιος λάμπει καυτός προσφέροντας τη γλυκύτητα του θέρος. Ένα απαλό φύσημα του αγέρα και το σάλεμα των ελληνικών δένδρων, μαγεύει την ψυχή και πλανεύει το νου, που φτιάχνει εικόνες από το παιγνίδι των ακτίνων του Ήλιου μέσα στα φυλλώματα που φαντάζουν σα χορός των νεράιδων. Σαν να κυνηγά ο Απόλλωνας τις νύφες και όλο να τρέχουν μακριά του και να τρέχουν και να παίζουν μαζί του. Και οι φίλοι, πίνοντας μέχρι αργά, να συζητούν κάτω από τον έναστρο ουρανό.
Ήταν λέει, ο Διόνυσος, έφηβος ακόμα, με μακριά σγουρά μαλλιά και τριγύρναγε στις ακτές της Νάξου, φορώντας ένα κόκκινο μανδύα, απολαμβάνοντας τις χρυσές παραλίες του νησιού και τα κύματα του Αιγαίου. Ένα πλοίο πειρατών από την Τύρο βρισκόταν στα ανοικτά. Μόλις αντιλήφθηκαν την παρουσία του, πλησίασαν και βλέποντας τον όμορφο και ντυμένο με πλούσια ρούχα, υπέθεσαν πως είναι γιος πλούσιας οικογένειας. Χωρίς καθυστέρηση σχεδίασαν την απαγωγή του παιδιού. Θα κέρδιζαν πολλά χρήματα είτε καταβάλλοντας η οικογένειά του νέου λύτρα, είτε πουλώντας τον ως δούλο στα σκλαβοπάζαρα των αγορών που έλεγχαν οι Φοίνικες, στη Βόρεια Αφρική ή στη ΝΑ Μεσόγειο. Τον αρπάζουν. Τον χτυπούν και τον αλυσοδένουν. Η ηρεμία με την οποία ο νέος υπομένει τα χτυπήματά τους και την αιχμαλωσία του, δεν τους προκαλεί καμία αναταραχή. Αντίθετα, εξαγριώνονται περισσότερο από την ηδονή της άνομης βίας που δε βρίσκει αντίσταση και την ευκολία με την οποία απέκτησαν τη λεία τους. Ο νέος τώρα, είναι δεμένος στο κατάρτι. Του ζητάν να μαρτυρήσει ποια είναι η οικογένεια του και αν είναι στο νησί ώστε να την προσεγγίσουν και να της ζητήσουν λύτρα. Ο Νέος γελά. Εξοργίζονται και τον χτυπούν με πιότερη λύσσα. Ο καπετάνιος του πλοίου και οι ναύτες του, που ήσαν Έλληνες, παρακαλούν τους πειρατές να αφήσουν το παιδί στην παραλία. Το ένστικτό τους, τους προειδοποιεί πως δεν πρόκειται για ένα κοινό θνητό. Τους δείχνουν ένα περίεργο κόκκινο υγρό που έχει πλημμυρίσει το κατάστρωμα. Οι Φοίνικες εξοργίζονται ακόμα περισσότερο και φωνάζουν και βρίζουν πιο άγρια. Μα τότε, βλέποντας να ξεπετάγονται πάνω στο πλοίο αμπέλια και να μεγαλώνουν και τα κλωνάρια τους να τυλίγουν τα κατάρτια του πλοίου και ο νέος να περπατά στο κατάστρωμα ενώ οι αλυσίδες κείτονται κομματιασμένες, τον παρακαλούν για τη ζωή τους. Τότε ο νέος μεταμορφώνεται σε λιοντάρι και τους σκοτώνει όλους. Οι ναύτες και ο καπετάνιος, αναγνωρίζουν πως είναι κάποιος Θεός του Ολύμπου και του ζητάνε συγχώρεση. Εκείνος, έχοντας αποκτήσει την ανθρώπινη μορφή του ξανά, τους συγχωρεί και τους ζητά να πέσουν στη θάλασσα αν θέλουν να εξαγνιστούν από το έγκλημα. Οι ναύτες πηδούν στα νερά του Αιγαίου και μεταμορφώνονται σε δελφίνια που έκτοτε τα κοπάδια τους συντροφεύουν και σώζουν τους ναυτικούς που τα θεωρούν καλό σημάδι και προσφέρουν χαρά σε όσους ταξιδιώτες τύχει και τα αντικρύσουν.





















