
Δεν θα λησμονήσω ποτέ τα γεμάτα Χαρά και Αγάπη Χριστούγεννα των παιδικών και νεανικών μου χρόνων. Κάλαντα δεν είπα ποτέ. Η μητέρα μου δεν μου επέτρεπε να γυρίζω τις πόρτες και να τις κτυπώ για να μαζέψω λεφτά. Δεν ήμασταν πλούσιοι ποτέ, όμως κρατούσαμε ακόμη και μέσα στο κέντρο σχεδόν των Αθηνών, στην οδό Φιλολάου, μια Υπερηφάνεια, την Μανιάτικη υπερηφάνεια. Το σπίτι μας κάθε Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά θύμιζε ζαχαροπλαστείο και κέντρο διερχομένων. Τσουρέκια, μελομακάρονα, κουραμπιέδες όχι πάντοτε επιτυχημένοι, ήταν γεμάτα τα δωμάτια και ευωδιές, μαστίχα, μαχλέπι, κανέλα, γαρύφαλλο παντού. Ανοιχτές οι πόρτες, πηγαινοερχόντουσαν φίλοι και συγγενείς. Χρόνια αλησμόνητα σε σύγκριση με τα σημερινά, στερημένα, αλλά γεμάτα περίσσευμα ψυχής, μίας χαράς όχι απαραίτητα θρησκευτικού χαρακτήρα, αλλά τώρα που το σκέπτομαι ναι ήταν θρησκευτικού, ήταν η χαρά του λαού μας εδώ και χιλιάδες χρόνια τις ίδιες ακριβώς ημέρες, τις τελευταίες ημέρες κάθε Δεκέμβρη. Δέντρο Χριστουγεννιάτικο δεν στολίζαμε, αφού το έθιμο των Βαυαρών δεν είχε φτάσει ποτέ στην Μάνη και η πατρική μου οικία ήταν μέσα στο κέντρο της Αθήνας μία μικρή Μάνη με τα έθιμά της και την βαριά δωρική της διάλεκτο. Δέντρο δεν υπήρχε, όμως υπήρχαν παντού κλαδιά βελανιδιάς και ένα άλλο φυτό με κόκκινους καρπούς, που έμοιαζαν με μικρά μήλα. Μια χρονιά ζήτησα και εγώ και τα αδέλφια μου να μας μαγειρέψει η μάνα μας γαλοπούλα άλλη ξενόφερτη συνήθεια, αφού ακούγαμε ότι όλοι έτρωγαν τα Χριστούγεννα γαλοπούλα. Μας πήρε γαλοπούλα, λέγοντάς μας ότι δεν θα την φάμε και γι’ αυτό θα ψήσει και χοιρινό. Τελικά είχε δίκιο και έτσι και αυτήν την χρονιά φάγαμε “χιούρο” (έτσι λένε τον χοίρο στην Μάνη), τιμώντας την παράδοση χιλιάδων ετών, τα χοιροσφάγια. Έχω κρατήσει στην καρδιά μου τόση χαρά και τόσο πολλή αγάπη και ευτυχία από τα χρόνια εκείνα, που οι πίκρες στέκουν ανήμπορες να με λυγίσουν. Και ήλθανε πίκρες πολλές και μάλιστα Χριστούγεννα.




























