”Την γλώσσα μου εγώ κρατώ και πορεύομαι”.
Λίγες σκέψεις επ’ ευκαιρία της ημέρας, μα που τόσο τραγικά επίκαιρες φαντάζουν και που φυσικά εκκινούν και από την επέτειο της εποποιίας του ’21, ανυπέρβλητης για όλους τους λόγους και από κάθε άποψη σε συνδυασμό με το, εν πολλοίς, ανεπούλωτο ακόμη εθνικό τραύμα 100 χρόνια αργότερα. Η περίφημη Γενιά του Τριάντα προσέφερε στην Πατρίδα δύο τροπαιούχους Νομπελίστες ποιητές. Ο Σεφέρης, πάντα διστακτικός και άτολμος στην ριζική αναδιατύπωση της ”Ελληνικότητας”. Ο λεξιμάγος αυτός ποιητής και τεχνίτης της γλώσσας υπήρξε ταυτόχρονα ο πονηρός διπλωμάτης, ο πλέον βολεμένος της Γενιάς αυτής, ο πλέον τυχερός κοινωνικοοικονομικά και ο οποίος ουδέποτε διακινδύνευσε έμπρακτα κάτι περισσότερο από μακροχρόνια ταξίδια. Αυτή είναι μία από τις διαφορές μεταξύ ενός μεγαλοαστού διπλωματικού γραφιά με έναν πολεμιστή, τον έτερο μέγα γλωσσοπλάστη, τον έφεδρο ανθυπολοχαγό του Αλβανικού μετώπου, τον Οδυσσέα Ελύτη.
Η αξεπέραστα όμως μαγευτική ποιητική γλώσσα και των δύο τους ήταν ο συνδετικός εκείνος κρίκος στην προσπάθειά τους να θεμελιώσουν αισθητικά και ιδεολογικά την εσώτερη έννοια της λέξης ”Λαός”. ”Μπορούμε να αναφέρουμε πολλά για το χάσμα που χωρίζει τους σπουδαγμένους από την φωνή της ζωής. Μα τίποτα δεν μπορεί να μας σταματήσει από το να παραδεχθούμε ότι για πολλούς αιώνες ο μόνος πραγματικός ποιητής που έχει το Γένος είναι ο ανώνυμος και αναλφάβητος Λαός, και πως ο μόνος σπουδαίος πεζογράφος που ξέρω εγώ τουλάχιστον είναι πάλι κάποιος ταπεινός, που μαθαίνει λίγα γράμματα στα τριάντα τόσα του -ο Μακρυγιάννης. Και το πιο παράξενο είναι ότι αυτοί οι αγράμματοι συνεχίζουν πολύ πιο πιστά το αρχαίο ελληνικό πνεύμα από την απέραντη ρητορεία των καθαρολόγων γλωσσολάγνων, η οποία τελικά δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα φίμωτρο… Πάντοτε πίστευα ότι το πνεύμα αυτό υπηρετείται πολύ καλύτερα από ασπούδαχτους, όπως ο Θεόφιλος, παρά από τους σπουδασμένους που τις περισσότερες φορές τους βρήκα χαλασμένους.”