
Οι Χρυσαυγίτες, σύμφωνα με τους «καθώς πρέπει πατριώτες», είναι οι «κακοί φασίστες». Πόσο όμως αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα; Δεν θα αναφερθώ στην λέξη «κακοί», η οποία αποτελεί μία εκτίμηση υποκειμενική και ένα μεγάλο εάν θέλετε ανά τους αιώνες φιλοσοφικό πρόβλημα για το τι είναι το κακό και τι το καλό σε αυτόν τον κόσμο, αλλά θα περιοριστώ στην λέξη «φασίστες». Σύμφωνα με την πολιτική ορολογία η οποία έχει καθιερωθεί, φασίστας είναι όποιος αυθαίρετα πράττει και δρα ασκώντας τυραννική εξουσία σε πρόσωπα και καταστάσεις. Αξίζει στο σημείο αυτό να σας παραθέσω το απόσπασμα ενός βιβλίου, ενός έγκριτου αντιφασίστα συγγραφέα, ο οποίος χαρακτηριστικά αναφέρει: «Στα τέλη του εικοστού αιώνα ο όρος ΦΑΣΙΣΜΟΣ παραμένει ίσως ο πιο ασαφής από τους σημαντικούς πολιτικούς όρους… O όρος έχει χρησιμοποιηθεί περισσότερο από τους αντιπάλους του παρά από τους υποστηρικτές του, και οι πρώτοι υπήρξαν υπεύθυνοι για τη γενίκευση του επιθέτου σε διεθνές επίπεδο ήδη από το 1923. Η λέξη φασίστας είναι μια από τις πιο πολυχρησιμοποιημένες υποτιμητικές πολιτικές εκφράσεις, και συνήθως υποδηλώνει «τον βίαιο», «τον κτηνώδη», «τον καταπιεστικό» ή «τον δικτατορικό». Αν όμως φασισμός δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο απ’ αυτό, τότε τα κομμουνιστικά καθεστώτα, για παράδειγμα, θα έπρεπε πιθανόν να ενταχθούν στην κατηγορία των πιο φασιστικών καθεστώτων, αποστερώντας έτσι τη λέξη από κάθε χρήσιμο προσδιορισμό». (Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ», ΣΤΑΝΛΕΪ ΠΕΪΝ, ΣΕΛΙΔΑ 21). Είναι ξεκάθαρο λοιπόν ότι γίνεται μία εθελημένη ή αθέλητη χρησιμοποίηση κατά κόρον του όρου φασισμός και φασίστας, η οποία όμως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Επίσης, πρέπει να τονισθεί ότι και διάφοροι αστοί ή και «πατριώτες» πολιτικοί ή δημόσια πρόσωπα γενικά, χρησιμοποιούν κατά αυτόν τον τρόπο τον όρο, ακολουθώντας πιστά κατά τούτο την προπαγάνδα της αριστεράς, μία προπαγάνδα η οποία έχει τις ρίζες της στις αρχές ακόμη του 20ου αιώνα.




























