
Είναι πρωί της 6ης Φεβρουαρίου του 1945, σε ένα κελί λίγο έξω από το Παρίσι ένας εκ των κρατουμένων συζητά με τον κυβερνητικό επίτροπο, “δεν σας κρατώ κακία, κύριε Reboul” ακούγεται να λέει ο κατάδικος στον διώκτη του. Ανοίγει μόνος του την πόρτα του κελίου του και παραδίδεται στους φρουρούς. Είναι 35 ετών και η πράα όψη του διατηρεί ακόμα σημάδια της νιότης ώστε δύσκολα θα πίστευε κανείς ότι πριν λίγα χρόνια υπηρετούσε στο πεδίο της μάχης απέναντι στην Γερμανική εισβολή. Είναι όμως εμφανής η καταπόνηση από τους μήνες που πέρασε στις συνωστισμένες φυλακές της γαλλικής δημοκρατίας που έχουν γεμίσει από απλούς ανθρώπους έως βετεράνους του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου οι οποίοι κρίθηκαν ύποπτοι για “συνεργασία με τον εχθρό”.
























