Σκληρή ήταν η μάχη των Ελλήνων κατά των σημιτών για την ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου κατά τους Αρχαίους χρόνους.
Το κείμενο που ακολουθεί είναι μέρος μίας μεγάλης, ιδιαίτερα σημαντικής, εργασίας που μας παρέδωσε ένας ξεχωριστός Έλληνας, που έχει εργασθεί σκληρά πάνω στο ζήτημα της σιωνιστικής απειλής. Αναφέρεται δε το παρακάτω στην διαμάχη των Ελλήνων με τους Σημίτες (Εβραίους και Φοίνικες) κατά τους αρχαίους χρόνους:
«Η σύγκρουση ανάμεσα στον Ελληνισμό και στον εβραϊσμό, συγκεκριμενοποιείται προς τα τέλη του 17ου αιώνα π.Χ., μία περίοδο κατά την οποία συντελείται μία πολιτιστική ανάπτυξη των Φιλισταίων στις ακτές της Παλαιστίνης. Οι Φιλισταίοι, ως γνωστόν, είναι ελληνικό φύλο που έλκει την καταγωγή από τους Αχαιούς, προέρχεται δε από την Κρήτη.
Οι Φιλισταίοι λοιπόν, φορείς μίας υψηλής πολιτιστικής παραδόσεως, που όμοιά της δεν είχαν ποτέ γνωρίσει οι νομάδες σημίτες, επεκτείνονται σε ολόκληρη την περιοχή της Παλαιστίνης. Τότε ακριβώς επιχειρείται λυσσωδώς η εκδίωξή τους από τους Χαναανίτες και τους ευρισκόμενους σε πρωτόγονη κατάσταση περιφερόμενους ιουδαίους. Μέχρι να επέλθει η επιβολή των Φιλισταίων, προηγήθηκε ένας αγώνας αδυσώπητος, σηματοδοτώντας την αρχή της συγκρούσεως, ανάμεσα στον Ελληνισμό και στον εβραϊσμό.
Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημανθεί, ότι τους Φιλισταίους οι Αιγύπτιοι τους αποκαλούσαν «Παλαισάτι», δηλαδή πρόσφυγες, ονομασία από την οποία προήλθε αργότερα η λέξη «Παλαιστίνιος». Ανιχνεύοντας τις πηγές του παρελθόντος, προκύπτει ότι η χώρα της Παλαιστίνης, ουσιαστικά γη Ελληνική, έλαβε την ονομασία της από τον Ηρόδοτο. Το δε νότιο τμήμα της Παλαιστίνης, της γης δηλαδή των «Παλαισάτι» – Φιλισταίων, ονομαζόταν από τους εβραίους «νεγέβ των Χερεθί», φράση η οποία σημαίνει «νότος των κρητών» ακριβώς λόγω της κυρίαρχης παρουσίας των Φιλισταίων στην περιοχή.
Οι εβραίοι, ουδέποτε συμβιβάστηκαν με την Ελληνική παρουσία στην Παλαιστίνη. Αντιπροσωπευτικό δε των αισθημάτων που έτρεφαν και που εξακολουθούν να τρέφουν για τους Έλληνες, είναι το ακόλουθο απόσπασμα, προερχόμενο από τον «προφήτη» Σοφωνία (6ος αιώνας π.Χ.), έναν από τους απειράριθμους συγγραφείς περικοπών της Παλαιάς Διαθήκης: «Αλίμονον εις τους κατοικούντας εις τα παράλια της θαλάσσης, εις το έθνος των Κρητών. Ιδού ο λόγος του κυρίου εναντίον σας: Θα σε ταπεινώσω, χώρα των Φιλισταίων, θα σε ερημώσω, ώστε ουδείς κάτοικος να υπάρχη. Και θα γίνει λιβάδιον, βοσκότοπος δια τους ποιμένας και μάνδρα δια τα πρόβατα. Αύτη θα μοιρασθή δια κλήρου εις το υπόλοιπον του Οίκου του Ιούδα…»
Εξ άλλου η επινόηση και διαιώνιση του μύθου της κατατροπώσεως του Φιλισταίου Γολιάθ από τον ισχνό εβραίο Δαυίδ αποτελεί έναν μύθο που συνιστά κωδικοποίηση μιας οδυνηρής πραγματικότητας, η οποία αλληγορεί την προσπάθεια που κατέβαλλε δια δόλου ο Σιωνισμός, προκειμένου να επιτύχει την εξόντωση του πανίσχυρου μυϊκά, αλλά άδολου Γολιάθ (Ελληνισμού), με σκοπό την τελική εξόντωσή του. Υποδηλώνει την σύγκρουση της δολιότητας με τη δύναμη και την επικράτηση της πρώτης.
Επανερχόμενοι στο κυρίως θέμα, πρέπει να τονίσουμε ότι την Ελληνικότητα των Φιλισταίων δεν διανοούνται να την αμφισβητήσουν ούτε τα ίδια τα φερέφωνα του εβραϊσμού. Χαρακτηριστική επ’ αυτού είναι η περίπτωση του πρέσβη Γ. Τσορμπατζή, ο οποίος σε βιβλίο που εξέδωσε το 1905 υπό τον τίτλο «Ηώς της Εβραϊκής Παλιγγενεσίας», αναφορικά με την καταγωγή των Φιλισταίων, παραθέτει τα ακόλουθα αποκαλυπτικά στοιχεία:
«Οι Φιλισταίοι ήταν Έλληνες, Κρήτες ιδία, αποικήσαντες εις Παλαιστίνην κατά το 1500 ή 1800 π.Χ., ήτοι επί της εποχής του Μυκηναϊκού Πολιτισμού. Παρά την Βηθλεέμ ευρέθη μία των κυριοτέρων πόλεων, η Μητρόπολις ίσως των Φιλισταίων, εκτισμένη επί ερειπίων ετέρας πόλεως των αρχαίων ιθαγενών Χανααναίων, ηττηθέντων προφανώς υπ’ εκείνων. Τα εν τοις τάφοις των Φιλισταίων ευρεθέντα χαλκά ή αργυρά κοσμήματα και πήλινα αγγεία, προδίδουν αριδήλως την Μυκηναϊκήν τέχνην των, αντιθέτως προς τα εν τοις συγχρόνοις τάφοις ευρήματα, πάντα ευτελούς και πρωτογόνου σχεδόν νεολιθικής εποχής, ενώ και τα οστά των τάφων των Φιλισταίων, καταδεικνύουν ομοίως την ανθρωπολογικήν διαφοράν της φυλής. Ετέρα έκπληξις την οποίαν επεφύλαττεν εις την Ελληνικήν Ιστορίαν η αρχαιολογική σκαπάνη, είναι ότι δεν παρελάβομεν ημείς την γραφήν των Φοινίκων, αλλ’ οι Φοίνικες παρά των Φιλισταίων υπό τον αρχαιότατον ιερογλυφικόν τύπον, 22 γράμματα του οποίου απετέλεσαν την βάσιν του βραδύτερον μεταδοθέντος εκ Φοινίκης αλφαβήτου…»




















